Labels

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Μεγάλη Παρασκευή Περιφορά - Επιτάφιος Ι.Ν. Αγίου Ελευθερίου Μαρούσι 14/4/2017





Μεγάλη Παρασκευή
Στίχοι: Μοναχός Μωυσής Ἁγιορείτης, 
Τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς. 
Ἀπό τό CD «Δωδεκάορτο» τοῦ Χρίστου Τσιαμούλη

Πάντα τήν μεγάλη Παρασκευή
νά 'σαι μόνος σάν τόν Χριστό,
προσμένοντας τό τελευταίο καρφί, τό ξύδι, τήν λόγχη.
Τίς ζαριές νά ἀκοῦς ἀτάραχα
στό μοίρασμα τῶν ὑπαρχόντων σου
τίς βλαστήμιες, τίς προκλήσεις, τήν ἀδιαφορία

Πρίν τήν Παρασκευή δέν ἔρχεται ἡ Κυριακή
τότε λησμονᾶς τά μαρτύρια τῶν δρόμων
τῆς μεγάλης Παρασκευής τῆς ζωῆς μας.

Μήν ξαφνιαστεῖς, μήν φοβηθεῖς
στ' ἀπρόσμενο σουρούπωμα
οἱ μπόρες τ' οὐρανοῦ δέν στερεύουν.
Ἡ ξαστεριά θά 'ρθεῖ τό σαββατόβραδο
τότε λησμονάς τά μαρτύρια τών δρόμων
τῆς μεγάλης Παρασκευῆς τῆς ζωῆς μας.

 







































Στην Μεγάλη Παρασκευή 

λοκληρθηκε λοιπν  γνας μας τς νηστεας κα τελεωσε στ Σταυρ. Κα πο πρεπε ν καταλξει τ τλος τς νκης, ν χι στ τρπαιο το Χριστο; Γιατ  Σταυρς εναι τ τρπαιο το Χριστο, πο γινε ββαια μι φορλλ τρπει πντοτε σ φυγ τος δαμονες. Πργματι, πο εναι τ εδωλα κα ο μταιοι φνοι τν ζων; Πο εναι ο ναο κα  φωτι τς δυσσβειας;
Σβστηκαν λα π να γιο Αμα κα γκρεμστηκαν, κα μνει  Σταυρς πολυδναμη δναμη, ἀόρατο βλος, υλο φρμακο, παυσπονο πλγμα, δξα γεμτη νειδος. στε, κα ν μρια λλα διηγηθ γι τ Χριστ, κα ν καταπλξω τν κροατ μου διηγομενος μρια θαματα, δν καυχιμαι τσο γι κενα, σο γι τ Σταυρννο τ ξς μ ατ πο λω:  ησος προλθε π Παρθνο. Εναι μεγλο θαμα ν παρακαμφθε  γμος κα  φση ν καινοτομσει. λλν δν πρχε  Σταυρς, δ θ σωζταν μ τ ργα της  πρτη παρθνος το...
Παραδεσου. Τρα μως μ τ γεγονς τς σταρωσης  γυνακα σζεται πρτη, θεραπεοντας τ παλαι κακ μ να χαρσματα. ναστθηκε  νεκρς στ Γαλιλαα, λλ πθανε πλι. γ μως, πο ναστθηκα μσω το Σταυρο, δν εναι δυνατ πι ν πσω σ θνατο. Διπλευσε  ησος τ θλασσα,  Θες μσα σ πλοο, κα τ ξλο πρσφερε μι φμερη φλεια. γ μως πκτησα ξλο αἰώνιο, εεργετικ, πο, χρησιμοποιντας το ντ γι πηδλιο, ντιμετωπζω τ πνευματικ κματα τς πονηρας.


Δθηκε φαγητ σ πντε κα πλι σ πτ χιλιδες νθρπους μ να σημεο το Σταυρο. Πο εναι λοιπν τ πομεινρια το φαγητο; Πς γ πο δν μουν παρν θ λβω ,τι κα ο παρντες; Γμισαν δδεκα κοφνια π τ περισσεματα.  Χρη εναι σμμετρη. Σταυρθηκε  Χριστς κα τρεφμαστε συνεχς κα ν χορτανουμε ζητομε ξαν κα ν ξαναπαρνουμε πλι ποθομε κα εναι περισστερο σο πομνει. Γιατ  Χρη δν λαττνεται. ς παινεται  μρα πο γννησε τ φς, πο χρη σ ατν ο λλες μρες προσκλθηκαν ν εφρανθον. 

κουσε πς: Σμερα πλσθηκε  δμ, τν κτη μρα. Σμερα περιβλθηκε θεα μορφ. Σμερα γινε  νθρωπος κυβερντης κα πιασε καλ τ πηδλια τς οκουμνης ς γεμνας λων τν ζντων. Σμερα λαβε ντολς τς ποες εχε τ δυναττητα ν τς κνει  χι. Σμερα ξπεσε π τν Παρδεισο κα σμερα ξαναμπκε.  μρα πολτροπη, γεμτη λπη κα δχως καθλου λπη, πο τ πρω φερες λπη κα τ βρδυ εφροσνη-  μλλον πο δν πλγωσες τσο, σο θερπευσες.

Μ λπη μολογ πρς σς φρνοντας στ νο μου τ παλαι παθματα, κοοντας τι  δμ ξπεσε π τν πατρικ στα. Ξπεσε ατς πο ταν πολτης το Παραδεσου, πο τρεφταν χωρς ν καλλιεργε, πο πολμβανε χωρς βροχ κα πο δν εχε νγκη οτε π δρτα οτε π ξινρι, οτε π κπους κα μχθους γι ν ζσει. Χαιρταν τ θαλερ δντρα πο συνχεια νθοσαν κα καρποφοροσαν, πο σ κθε πιθυμα του κολουθοσαν σα το χρειζονταν κα πο δν ξερε, ξαιτας τς ραιτητας κενων πο βλεπε, σ ποι ν πρωτοαπλσει τ χρι του. Συχν μο ρθαν δκρυα γι τν τση μακαριτητα, βλποντς τον ν τν χει χσει. 

φο μως ντρφησα στ Εαγγλια κα φτασα σ ατν τν μρα(γιατ κτη ταν  μρα κενη κα τοτη), παλλχτηκα π τ λπη κα λλαξα γνμη, κα φορ τρα τ λευκ ροχα το λγου κα λγω στν αυτ μου κα σ σς: «δραπτευσε  πνος,  λπη,  στεναγμς» (σ. 51, 11). «Τ παλι πρασαν, ν λα γιναν καινοργια» (Β' Κορ. 5, 17). πως δηλαδ ο βοηθο τν γιατρν θεραπεουν τ δαγκματα τν φιδιν βγζοντας π ατ τ δια κα παρασκευζοντας τ ντδοτα, πολεμντας τ πθος μ τς φορμς το πθους, τσι κα  Σωτρας χρησιμοποησε γι τ θεραπευτικ Του νργεια λες μαζ τς φορμς τν παθν, κνοντας τ πικρ γλυκ, μεταβλλοντας τ χολ σ φρμακο, στρφοντας κατ το θαντου τ διο του τ κεντρ, μετατρποντας τ δοκιμ το δντρου σ σωτηρα, παρνοντας τν μρα πο φερε τ λπη στν κσμο κα παρχοντας ς ντδοτο τν μρα πο φερε σ ατν τ χαρ.

Μν πιστψεις μνα, λλ πστεψε τ μτια σου. Κοταξε τ συνθροισ μας ατ κα πασε ν ντιλγεις. Εναι μρα τς Σταρωσης κα χαιρμαστε λοι, νηστεομε π τ κακ κα καθαριζμαστε π λα, τ μσα κα τ ξω. Ατς εναι  λγος τς ορτς κα  τρπος τς εφροσνης. Σς ναφρω κποια μικρ θαματα τς δναμης το Σταυρο. Κοταξε λγυρα τν οκουμνη: πσα χωρι πρχουν, πσες πλεις, πσοι τποι, πσα θνη, νησι, ποτμια, παραλες, πσα γνη κα πσες φυλς κα βαρβαρικς γλσσες. 

λοι ατο σμερα γι χρη το Σταυρο νηστεουν κα σταυρνουν τ πθη τους μ τ δναμη κενου. Πολλο περνον λη τ νχτα χωρς ν χσουν τ δναμη γι νηστεα. Κα τρα συγκεντρωθκαμε λοι ν κοσομε γι τ Σταυρ κα γεμζομε τν κκλησα κα σπρχνομε  νας τν λλο κα δρωκοπομε κα ταλαιπωρομαστε. Μπροστ στος δικαστς παρνομε τν δεια ν καθσομε, ν μπροστ στν ησο στεκμαστε ρθιοι μ εχαρστηση, γιατ κα  ησος στθηκε ρθιος γι χρη μας, γι ν σταματσει τος λγους τς κακας. Τ γινε λοιπν σμερα. ς μ μς διαφγουν τσι πλ τ θαματα τς μρας.

φεγγε λοιπν  μρα κα ταν πολ πρωταν  ησος δηγονταν μ δεμνα τ χρια στ Πραιτριο το Πιλτου. Ποι χρια; κενα πο θερπευσαν τυφλος κα γιτρεψαν κουτσος. Κα σφγγονταν μ δεσμ τ δχτυλα πο δημιοργησαν βλφαρα, κα κρατονταν  θεραπευτς τν νθρπων γι ν μν κπληρση τ ργο τς τχνης πο ξερε. Ατ εναι πο νταποδδονται στν Κριο. Δχτηκε δεσμ Ατς πο δεσμεει τ νερ στ σννεφα (Ἰώβ 24, 8), Ατς πο λευθερνει μ γενναιτητα τος δεμνους στς φυλακς (Ψαλμ. 67, 7), Ατς πο χαρζει στος αχμαλτους τν λευθερα (σ. 61, 1). Δχτηκε τ δεσμ Ατς πο λυσε τν Λζαρο π τ δεσμ το θαντου (ω. 11, 1). δηγθηκε στ πραιτριο Ατς πο χει σν δορυφρους Του μτρητους γγλους. Στθηκε μπροστ στν Πιλτο Ατς πο χει θρνο Του τν οραννεχταν  Δημιουργς ν Τν σρνουν τ δημιουργματ Του,  Πλστης τ πλσματ Του,  Τεχντης τ ργα τν χεριν Του.

Κα τ γνεται πειτα; «Ατο», λει, «δν μπκαν στ πραιτριο γι ν μ μολυνθον, λλ ν μπορσουν ν φνε τ φαγητ το Πσχα» (ω. 28, 28).  πλαγος παρανομας! κτελον ναν δικο φνο κα δ θλουν ν μπον στ πραιτριο, προσχοντας ν μ μολυνθον ατο πο ταν δη μολυσμνοι. λευθερνουν τ πρβατο μ τ Πρβατο. Περμενε λοιπν τν κρση  Κριτς λης τς οκουμνης. Περμενε τος μρτυρες τν ψυχν, Πλστης κα κρινμενος. ταν νθρωποι πο κθονταν κα δκαζαν, ν  Θες στεκταν κα σπαινε. Στεκταν στν πρτα τν νθρπων  Κριος τν πυλν το ορανο. Ρτησε  Πιλτος τχα ς πι φιλνθρωπος π τος ουδαους. Τ λγω; Θ δεξουν τν λθεια τ σα γιναν: «γι ποι πργμα κατηγορετε τοτον τν νθρωπο;» (ω. 18, 29). 

Ποις μπορε ν κατακρνει τ Θεναγκζομαι ν λγω ,τι επε  Πιλτος.  ησος σωπανει, χι γιατ λεπουν τ λγια στ Λγο, λλ γι ν μ διαλσει μ τν πκρισ Του τ στεφνι το Σταυρο. Κατηγορεται γι κτματα  κτμων; Γι ξνα σπτια, Ατς πο δν χει τπο που ν γερει τ κεφλι Του; Γι πργματα, Ατς πο κα τος μαθητς Του εχε γυμνος ς τ μση; Ατς πο δν εχε ποζγιο, λλ χρησιμοποησε ξνο πουλρι, γι ν ελογσει τ παιδι σας; Πστε μι πρφαση, πλσατε ατν, σκοτστε, λλ δκαια.

«Το πντησαν ο ουδαοιˑἄν ατς δν ταν κακοποις, δ θ σο τν παραδδαμε» (ω. 18, 30). Μεγλη πδειξη ατ γι τ πργματα, διατπωση ἀόριστη. Πς μας τν κακα Του κα μν παραπλανς τν κροατ. «Τος λει  Πιλτοςˑ Πρτε τον σες κα δικστε τον σμφωνα μ τ νμο σας» (ω. 18, 31). ξυπνος δικαστς. Βζει τ βρος στ κεφλι τν ουδαων: «Πρτε σες ατν πο πραξε τ κακ». «Το λνε ο ουδαοιˑ Σ μς δν πιτρπεται ν σκοτσομε καννα» (ω. 18, 32). Πς ττε σκοτσατε τν σαα, πς τν Ζαχαρα, πς καθνα π τος προφτες; λλ δν σς πιτρπεται ν σκοτσετε, χι γιατ δ θλετε, λλ γιατ δν μπορετε. Γιατ ο Ρωμαοι τος χουν δη φαιρσει τ δικαωμα ατ

Καταργεται λοιπν πλον  νμος κα μεινε στ χαρτ πι νοητ κα τν κατργησε  δεμνος ησος.  Πιλτος ττε λειˑ «γ δ βρσκω τποτε ν τν κατηγορσω» (ω. 18, 38). χι μνο σ, Πιλτε, λλ οτε ο ουδαοι βρσκουν. Οτε ο τυφλο οτε ο νεκρο οτε  λιος οτε  σελνη οτε  κσμος οτε λοι ο δκαιοι, ο προφτες κα ο μρτυρες. Γιατ λει κποιος προφτης δικς τους: «Ατς δν καμε καμι μαρτα οτε βρθηκε στ στμα του δλος» (σ. 53, 9. Α' Πτρ. 2, 22). Βοηθον λοι τν Πιλτο, διατυπνοντας δκαιη γνμη. Μνοι γωνζονται ο ουδαοι, δικζουν μ κραυγς κα φιλονεικον ν σκισουν τν λθεια μ θορβους κα πιβεβαινουν τ κρση το σαα: «περμενα ν κνει σταφλια, κα κανε γκθια» (σ. 5, 2)ˑ κα δν δειξε δικαιοσνη, λλ τν πι κοφια κραυγ. Τ μπλι τν ουδαων καρποφορε κραυγ.

ν διαδραματζονταν ατ κα  Πιλτος οτε ν μιλσει μποροσε οτε ν κοσει π τν νμεικτη ταραχ κα προετοιμαζταν στση, στλνει κποιον σ ατν  γυνακα του (ταν καλ βοηθς πο συγκρατοσε τν νδρα της πο τρεχε) κα το λει: «Μν ναλβεις τν εθνη γι Ατν τν δκαιο» (Ματθ. 27, 19). ν μπορες, σσ Τον. ν δν μπορες, σσε τν αυτν σου. Σ ν το λεγε τ λγια το Δαβδ: «μν καταστρψεις τ ψυχ μου μαζ μ τς ψυχς τν σεβν κα τ ζω μου μαζ μ τ ζω αμοβρων νδρν» (Ψαλμ. 25, 9). «Μν ναλβεις εθνη γι κενον τν δκαιο, γιατ ξαιτας Του παθα πολλ στν πνο μου» (Ματθ. 27, 19). Σν νας λλος ωσφ, βλποντας τν λθεια μ τ νειρα, δνει μαρτυρα ντθετη μ τν κραυγ τν ουδαων. Γιατ πρεπε ν νικηθον π γυνακες. Τος νκησε  πρνη Ραβ. Τος νκησε  αμορροοσα. Τος νκησε  Χαναναα. 

Κα τρα πλι στεφνι νκης ναντον τους παρνει γυνακα. «Το ποκρθηκαν ο ουδαοι: μες χομε νμο κα σμφωνα μ τ νμο μας πρπει ν πεθνει» (ω. 19, 7). Ποιν νμο; Μ ποις λξεις τ βεβαινει; Μ τς λξεις τχα πο διαβσαμε σμερα; «δηγθηκε στ σφαγ σν τ πρβατο, σν κακο ρν φωνο μπροστ σ ατν πο τ κουρεει, δν νογει τ στμα του» (σ. 53, 7). «π τς νομες το λαο μου δηγθηκε στ θνατο» (σ. 53, 8). Ατς τς φρσεις βρσκω χρσιμες γι κενους. Σ καννα λλο μως σημεο δν βρσκω τι σταυρνεται δκαια  ησος.

Μπκε  Πιλτος στ πραιτριο, ποχωρντας στ θυμ τν ουδαων, γωνιζμενος ν σβσει φλγα σβεστη. Μπκε κα βγκε κα ναψε περισστερο τ φωτι. Βγκε χοντας στεφανσει τν ησο κα ν Το εχε φορσει πορφρα, γεγονς πο θαμασαν κα δν θελαν ο ουδαοι. Ν δεχνει δηλαδ στεφανωμνο δη κα μ βασιλικ στολ Ατν πο πολεμοσαν. Γιατ ,τι γινε ταν γι περιφρνησ Του κα παινιγμς γι τν βασιλικ φση. Μλις Τν εδαν, Ατν πο πολλς φορς Τν εχαν τενσει κα ποτ δν Τν εχαν δε, Ατν πο πντοτε καθς Τν βλεπαν φοντωνε τ πθος τους κα φλγονταν π τν δια τους τ φωτι («θ θελσουν ν κατακαον π τ φωτι», σ. 9, 5), ψωσαν τ σοδομιτικ κραυγ. Τν ψωσαν κα ψθηκαν: «ρον, ρον, σταρωσον Ατν. Τ βασιλι σας θλετε ν σταυρσω; Δν χομε βασιλι», λνε, «παρ μνο τν Κασαρα» (ω. 19, 15). ρνονται χωρς ν δικονται• θεα μετ π σα εχαν ποφρει στν Αγυπτο. «Ατο εναι, σραλ, ο θεο σου, πο σ βγαλαν π τ γ τς Αγπτου» (ξ. 32, 18). Δν χετε βασιλι παρ τν Κασαρα; 

Ποις λοιπν σς δγησε στν ρημο  Ποις σς θρεψε; Σ Ποιν φωνζει  Μωυσς λγοντας, « Κριος πο βασιλεει π αἰώνα σ αἰώνα» (ξ. 15, 18) κα κμη περισστερο; φο λοιπν ρνηθκατε τ βασιλι σας, μενετε στ ξς χωρς βασιλα, σρνοντας τ ζυγ τς αἰώνιας δουλεας. Ατ γιναν ς ατ τν ρα. ς δομε κα τ μρος τς μρας πο πομνει. Γιατ λκληρη εναι γα.

Τν πραν στεφανωμνο. Μ τ; Μ γκθια, τ δρα τν ουδαων. «Περμενε ν κνει τ μπλι σταφλια, κανε μως γκθια» (σ. 5, 2). Δχτηκε ραπσματα, μπτυσμος, χτυπματα, μαστιγθηκε κενος πο δν εχε λγο ν ντρπεται γι τποτα. Στσου μαζ μ τν σαα κα βλπε τ Θε μ τ μτια του. Τ λει λοιπν κενος; «Κριε, ποις ν πιστψει σ ,τι κον τ φτι μας; Τν εδαμε κα δν εχε μορφ οτε κλλοςˑ τ πρσωπ Του ταν κακοποιημνο κα δν ταν ν τ βλπει νθρωπος» (σ. 53, 1-3). Δν εχε ραιτητα οτε μορφι Τεχντης λης τς ραιτητας. Γιατ θρηνοσε τν κακτητα τν ουδαων. «ταν νθρωπος πληγωμνος πο ξερε ν ποφρει» (σ. 53, 3). νθρωπος, χι Θες. ταν νθρωπος κα χι Θες Ατς πο χτυποσαν. 

Ποις ταν λοιπν Ατς πο νφερε τσους πνους, τσες λπες, πο Τν χτυποσαν λοι; Μν τυχν κα ποφρει δκαια σα ποφρει; «Ατς σηκνει τς μαρτες μας κα ποφρει γι μς» (σ. 53, 4). «γ δ βρσκω καμμι κατηγορα κατ το νθρπου ατο» (ω. 18, 38). λλ μν ντρπεσαι καθλου γι τ περιφρονημνα γαθ. Γιατν κα παθε τσα, μεινε παθς. Δχτηκε χτυπματα κα μπτυσμος, πφερε τ ασχιστα, παραμνει μως μ τν τιμ κα τν δξα Του ς νας π σους δχονται χτυπματα. πως λει σ ατος κπου  σαας: «μες νομσαμε πς Τν εχε κνει  Θες ν πονσει, Τν εχε πληγσει κα ταλαιπωρσειˑ ν κενος εχε πληγωθε γι τς μαρτες μας κα ταλαιπωρθηκε γι τς νομες μας» (σ. 53, 4-5). 

Κα Ατς λοιπν κα μες κειτμαστε πληγωμνοι. «Μ τ τραματ Του θεραπευτκαμε μες» (σ. 53, 5). νας νεκρς γιατρς νεκρν, νας τραυματας ντιφρμακο γι πολυπονεμνους νθρπους. 
λλ ς πτε σο δσαμε δεια, νθρωπε, ν μς περιπαζεις; Πς μας μ περισστερη σαφνεια ,τι ζητομε. «δηγθηκε σν πρβατο στ σφαγ κα σν ρν φωνο μπροστ σ κενον πο τ κουρεει» (σ. 53, 7). γαθ πρβατο πο παραδθηκε στ χρια κακν μαγερων. ν τ σφζετε, ουδαοι, μν τ κουρεετε. Κα ν τ κουρεετε, λυπηθετε τ φλιμο πρβατο πο καρποφορε.

«βαλαν μαζ του κα λλους δυ κακοργους» (Λουκ 13, 4). χει φτσει  λγος μου στν νδκατη ρα τς μρας, γι ν μν ξαντλσει καννας τν πομον του. Κα θ θελα ββαια ν παρατρξω τν στορα, πειδ σς τν χω διηγηθε πολλς φορς. Βλπω μως τ ληστ ν μ βιζει συνεχς. Κα δν εναι παρξενοˑ φο παραβασε τν πρτα το Παραδεσου, μεταβλλοντας τν τχνη του σ σωτηρα. Στεκταν στ Σταυρ  μνς κα δο λκοι, λλ ν  νας μεινε σταθερς στ γνμη του,  λλος λλαξε κα επε: «μνσθητ μου, ταν ρθεις στ βασιλεα σου». , δναμη το ησο ληστς γνεται τρα προφτης, πο κηρττει π τ σταυρ: «μνσθητ μου, Κριε, ταν ρθεις στ βασιλεα σου». (Λουκ 23, 42). Τ βλπεις, ληστ, στ βασιλι; Ραπσματα, μπτυσμος, καρφι κα Σταυρ κα τ περιπαγματα τν ουδαων κα τν στρατιωτν τ λγχη πο τρα ξεγυμννεται. Δ βλπω, λει, τ φαινμενα. Βλπω τος γγλους ν στκουν λγυρα, τν λιο ν φεγει, τ καταπτασμα ν σχζεται, τ γ ν τρμει, τος νεκρος ν τοιμζονται ν βγον. 

Κα  ησος πο δχεται λους - κα τος προφτες πο ρθαν τν νδκατη ρα ς ργτες, δνοντας τ διο δηνριο, το λει: σ βεβαινω» (λβε κα σ τ βεβαωση,  ληστ, σ πο σμερα εσαι ληστς κα σμερα πλι υἱός), «τι σμερα θ εσαι μαζ μου στν παρδεισο» (Λουκ 23, 43). γ σ βγαλα, γ θ σ ξαναβλω μσα, γ πο κλεισα τς θρες το Παραδεσου κα τς σφλισα μ τν πρινη ρομφαα. ν δν βλω μσα γ κποιον, μνουν ο πρτες κλεισμνες. λα, ληστ: Λστεψες τ διβολο. Πρες στεφνι νκης ναντον του. Εδες να νθρωπο κα τν προσκνησες ς Θε. Πταξες τ παλι σου πλα κα πρες τ πλα τς πστης.

ν γνονταν ατ κα λα γιζονταν,  λιος π τν αθρα, τ ξλο π τ φυτ χολ π τ ζα,  διαρετος χιτνας π τ φσματα,  πορφυρ στολ π τ θλασσα,  λγχη κα τ καρφι π τ μταλλα κα τ σδηρο κα  δδυμη πηγ αματος κα νερο πο νβλυσε,  Σωτρας κανε τ δικ Του. «Πατρα μου, συγχρεσε τν μαρτα τους» (Λουκ 23, 32). Γι ποιος λει τ «συγχρεσε»; Γι τος λληνες, τος ουδαους, τος ξνους, τος βρβαρους, γι λους γενικ. Μι φορ τ επε, κα  πρξη παναλαμβνεται συνεχς. Μπως επε μνο γι τος χθρος Του τ «συγχρεσε»; Τ λει γι κθε λα κα τ λει συνεχς κα ποιος θλει τ παρνει.

Μαζετηκαν λοι στ πραιτριο κα λεγαν στν Πιλτο: «Γνωρζομε τι κενος  πατενας επε σο ζοσε κμα, μετ τρες μρες θ ναστηθ» (Ματθ. 27, 63). Τ ξρεις καλ, τ θυμσαι καλ τι θ ναστηθεσφλισε τν Τφο. Γι χρη μου τν σφαλζεις. Φλαξε τ νεκρ μπως φγει. «χετε», τος λει, «φρουρ, πηγανετε κα σφαλστε τον πως θλετε» (Ματθ. 27, 63). Κλεστε τν Τφο πως ξρετε. Πρτε τ μτρα πο ξρετε. Φρουρστ Τον πως ξρετε. ν δν Τν φρουρσετε σες, θ βρσκουν πρφαση σ μνα. Τρα μως τν παραδδω σ σς τος διους πο ταν ζοσε σες Τν συλλβατε κα ταν θανατθηκε ξφυγε λη τ φλαξ σας.

ς μενομε λοιπν ξπνιοι κα γρυπνοι, γι ν δομε τν βαθ πνο τν ουδαων κα ν συνεορτσομε μαζ μ τς πουρνιες Στρατις στ νομα το Χριστο ησο το Κυρου μας, στν ποο νκει  δξα κα  δναμη τρα κα πντοτε κα στος αἰῶνες τν αἰώνων. μν.
γου ωννου το Δαμασκηνο