Labels

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2019

49 πρόκριτοι της Παραμυθιάς που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους Τσάμηδες


Παραμυθιά, γιατί φορείς τα μαύρα;
Οι Γερμανοί μού σκότωσαν 49 καμάρια.

Εσκότωσαν 49 μαζί με τους παπάδες.
Κλαίνε μανάδες και παιδιά γυναίκες κι αδερφάδες



Ανάμεσα στα άπειρα τραγικά γεγονότα της κατοχικής περιόδου παραμένει λησμονημένο ένα γεγονός στην ιστορία της Ηπείρου. Είναι η σφαγή των προκρίτων της Παραμυθιάς. Ήταν η εποχή που οι Γερμανοί ανέλαβαν πλήρως τον έλεγχο της Ελλάδος μετά την παράδοση της Ιταλίας και ανάμεσα τους τον έλεγχο της Ηπείρου. Σύμμαχοί τους και επίσης στυγνοί δολοφόνοι οι Τσάμηδες.
Την άνοιξη του 1944, στα πλαίσια των επιχειρήσεων εναντίον των Γερμανών στην Ήπειρο, κρίθηκε αναγκαίο από την Βρετανική συμμαχική αποστολή να καταλάβει ο Ζέρβας τις Ηπειρωτικές ακτές στην περιοχή της Πάργας (που ελέγχουν οι Τσάμηδες) προκειμένου να γίνεται πιο εύκολα ο εφοδιασμός του ΕΔΕΣ από την Ιταλία. Στις επιχειρήσεις αυτές στο πλευρό των Γερμανών πολέμησαν ένοπλα σώματα Τσάμηδων*, ιδιαίτερα στην περιοχή της Πάργας, της Παραμυθιάς και της Ηγουμενίτσας.
Τρία χρόνια νωρίτερα, τον Ιούλιο του 1941 η Ιταλική Κυβέρνηση διόριζε με Διάταγμα σαν Ύπατο Αρμοστή Θεσπρωτίας τον Τζεμίλ Ντίνο. Η ενεργή συμμετοχή των μουσουλμάνων της Θεσπρωτίας, και ειδικά της περιοχής της Παραμυθιάς, στις δολοφονίες που έγιναν στην πόλη τον Σεπτέμβριο του 1943, τεκμηριώνεται πέρα από κάθε αμφιβολία, μέσα από τα αρχεία του γερμανικού στρατού που κατείχε τότε την περιοχή.
Η Θεσπρωτία, ζούσε μία τριπλή κατοχή, των Γερμανών, των Ιταλών και των μουσουλμάνων Τσάμηδων, οι οποίοι έσπευσαν από την αρχή να συνεργαστούν με τους κατακτητές. Όλη την περιοχή της Ηπείρου έλεγχε η γερμανική μεραρχία Εντελβάις η οποία ευθυνόταν για τις σφαγές αμάχων στη Μουσιωτίτσα, στους Λιγκιάδες και την εξόντωση της εβραϊκής κοινότητας των Ιωαννίνων.
Σύμφωνα με σημερινές μαρτυρίες, οι Τσάμηδες, δολοφονούν μπρος στο Νομαρχιακό κατάστημα τον αναπληρωτή Νομάρχη Γεώργιο Βασιλάκο. Η δολοφονία αυτή υπήρξε το σύνθημα των ομαδικών εκτελέσεων σε ολόκληρο το Νομό, με κορύφωση την εκτέλεση των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς. Σκοπός τους ήταν να τρομοκρατήσουν ακόμη περισσότερο το Ελληνικό στοιχείο και να επιδείξουν στην Ελληνική Κυβέρνηση τη θέλησή τους για ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας στη Μεγάλη Αλβανία. Και βέβαια η συγκεκριμένη δολοφονία δεν ήταν η μοναδική.

Τον Ιούλιο του 1942 ιδρύθηκε η διαβόητη τρομοκρατική οργάνωση KSILIA δηλαδή το «Αλβανικό Σύστημα Πολιτικής Διοικήσεως» και παράλληλα ιδρύθηκε η Αλβανική Φασιστική Νεολαία «Μιλίτσια» και δημιούργησαν 14 τάγματα.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ «ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ (K.S.I.L.I.A.) ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΗ ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ»
1. Δολοφονηθέντες υπό Τσάμηδων μόνων ή εν συνεργασία με τα στρατεύματα κατοχής: 632
2. Εξαφανισθέντες και απαχθέντες ως όμηροι : 428
3. Βιασμοί γυναικών και κορασίδων : 209
4. Απαγωγαί : 31
5. Πυρποληθείσαιοικίαι : 2.332
6. Λεηλατηθέντα ολοσχερώς χωρία : 53
7. Διαρπαγέντα ζώα :
(α) Αιγοπρόβατα : 37556
(β) Βοοειδή : 9.285
(γ) Ιπποειδή : 4.185
(δ) Πουλερικά (ένα μέρος) : 30.000
(ε) Κυψέλαι : 742
Ο καθηγητής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Αθανάσιος Γκότοβος, ο οποίος έχει μελετήσει τα γερμανικά αρχεία («Η Παραμυθιά στο στόχαστρο»), μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ για την υπόθεση αναφέρει: «…Είτε με τη μέθοδο της δόλιας παραπληροφόρησης, είτε με τη μέθοδο της αντικειμενικής κατάδοσης, είτε με τη μέθοδο της ένοπλης συμμετοχής στις αναγνωριστικές και τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Θεσπρωτία, είτε με τη μέθοδο της διαρπαγής περιουσιών, της τρομοκράτησης και της δολοφονίας, είτε με τη μέθοδο της σιωπής και της ανοχής, υπήρξε εκτεταμένη συμμετοχή του μουσουλμανικού πληθυσμού στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Παραμυθιάς και της γύρω περιοχής, οι οποίες ειδικά στη Θεσπρωτία, ισοδυναμούσαν με επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης».
Η σφαγή

Την Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου του 1943, στην τοποθεσία Σκάλα, σκοτώθηκαν έξι Γερμανοί σε μάχη με αντάρτες του ΕΔΕΣή του ΕΛ.ΑΣ. Αυτό ήταν η αφορμή για τις εκτελέσεις. Οι ανακοινώσεις του Γερμανού φρούραρχου της Παραμυθιάς το έλεγαν καθαρά: «…δια κάθε δολοφονία ή τραυματισμόν Γερμανού στρατιώτου, θα εκτελούνται 10 χριστιανοί Έλληνες πολίτες εκ Παραμυθίας και των πέριξ χωριών». Τη νύχτα της 27ης Σεπτεμβρίου 1943, κοντά στα μεσάνυχτα, μεικτά αποσπάσματα Γερμανών και μουσουλμάνων Τσάμηδων, συλλαμβάνουν όσους βρίσκονται στις λίστες τους. Τα ιστορικά ντοκουμέντα που εντοπίστηκαν πριν από λίγα χρόνια, δείχνουν ότι την λίστα των μελλοθανάτων είχε συντάξει η ηγεσία των Τσάμηδων…!

Μαρτυρίες
O Γιώργος Απέργης είναι γιος του τότε προϊσταμένου των τότε ΕΛΤΑ Παραμυθιάς (ΤΤΤ ταχυδρομείο, τηλέφωνο, τηλέγραφος) και εξιστορεί τα γεγονότα όπως τα έζησε:
«Λίγο έξω από την Παραμυθιά ένα γερμανικό απόσπασμα γύρναγε από ανιχνευτική αποστολή. Στη στροφή του φιδωτού δρόμου ένα πολυβόλο κελάηδησε. Έξι Γερμανοί έπεσαν επί τόπου. Οι αντάρτες που έστησαν την ενέδρα, λάκισαν αμέσως .Την επομένη, μια γερμανική φάλαγγα έζωσε από παντού την περιοχή και απέκλεισε όλες τις διόδους από και προς την Παραμυθιά. Χαλασμός ακολούθησε. Ο κόσμος αισθανόμενος το κακό πανικοβλήθηκε. Οι Γερμανοί κάνουν μπλόκο! ”Κύριε προϊστάμενε, πρέπει να κρυφτείτε” είπαν δυο Ηπειρώτες στον νεότατο προϊστάμενο των TTT (ταχυδρομείο, τηλέφωνο, τηλέγραφος) – και πατέρα του υπογράφοντος. Τον οδήγησαν στη εκκλησία όπου κάτω από την Άγια Τράπεζα υπήρχε μια κρύπτη, απομεινάρι άλλων σκοτεινών εποχών.Οι Γερμανοί όμως δεν άρχισαν τις συλλήψεις αμέσως. Ίσως γιατί περίμεναν να ξεθαρρέψει ο κόσμος. Ίσως γιατί κάτι άλλο περίμεναν. Και αυτό το κάτι άλλο δεν άργησε να φανεί.
Ήταν ένα μπουλούκι από κουκουλοφόρους Τσάμηδες, με την στολή της πολιτοφυλακής των Τσάμηδων.Ήταν αυτοί που θα υπεδείκνυαν στους Γερμανούς κατακτητές τα πρόσωπα που έπρεπε να εκτελεστούν. Και τότε το κακό άρχισε. Το προσωπικό του σταθμού TTT είχε καταφύγει σύσσωμο (τρία άτομα) σε ερημικό σπίτι για να κρυφτεί. Παρακολουθούν κρυμμένοι απέναντι το σπίτι του Γενικού Επιθεωρητή Μέσης Εκπαίδευσης Ηπείρου. Δυο Γερμανοί και δυο Τσάμηδες κτυπούν την πόρτα. Εμφανίζεται η γυναίκα του επιθεωρητή, έγκυος στον όγδοο μήνα, στην πόρτα. Ρωτούν να μάθουν που είναι ο Επιθεωρητής (διερμηνέας ένας Τσάμης). Αυτή απαντά πως δεν ξέρει. Δυο υποκόπανοι σηκώνονται και κτυπούν την γυναίκα στην κοιλιά και στο πρόσωπο. Πέφτει κάτω. Ο επιθεωρητής κρυμμένος σε σοφίτα στο σπίτι, βγαίνει να σώσει την γυναίκα του. Τον πιάνουν. Μετά ζώνουν το ερημόσπιτο. Ετοιμάζονται να σπάσουν την πόρτα, όταν ένας Γερμανός έρχεται να τους πει ότι έπιασαν τους εξήντα που ήθελαν. Οι Γερμανοί λένε ότι θα τους μεταφέρουν για ανάκριση. Ο επιθεωρητής ένας λεβέντης άντρας λέει στους συγκρατούμενους του ότι πάνε να τους χαλάσουν. Σκίζουν τα ατομικά τους έγγραφα κατά την μεταφορά τους με καμιόνια και μετά αποφασίζουν να το σκάσουν. Ρίχνονται στους φρουρούς και πηδάν από τα καμιόνια. Μερικοί τα κατάφεραν. Ο επιθεωρητής δεν μπόρεσε. Λίγα μέτρα πριν την ελευθερία μια ριπή αυτομάτου τον γάζωσε.»
Οι περισσότεροι των εκτελεσμένων ανήκαν στον ΕΔΕΣ και οι αντάρτες που χτύπησαν τους Γερμανούς ήταν Ελασίτες. Πολλοί ιστορικοί υποστήριξαν ότι μια από τις πιο πετυχημένες στρατηγικές του ΕΛΑΣ στον πόλεμο που εξαπέλυσε έναντι κάθε εθνικής ομάδος ήταν και η παραπάνω, να δημιουργεί επεισόδια έξω από περιοχές μη ελεγχόμενες από αυτόν και να αφήνει την καταστροφή τους στους Γερμανούς, δρέποντας αργότερα τους καρπούς».
Σύμφωνα με άλλη μαρτυρία, ο Μανώλης Κοτζαλέρης (διευθυντής της Αγροτικής Τράπεζας) ο οποίος ήξερε γερμανικά και άκουσε τους φρουρούς Γερμανούς που έλεγαν ότι το πρωί θα γίνει η εκτέλεση όλων όσων είχαν συλληφθεί. Όπως λέγεται, ο Παπαβαγγέλης Τσαμάτος φόρεσε το πετραχήλι. Πήρε τη λαμπάδα στο χέρι κι έκανε το σταυρό του. «Κύριε!» είπε. «Επίβλεψον επ’ εμέ και ελέησόν μας».
Μια από τις ομάδες του εκτελεστικού αποσπάσματος, με διοικητή της τον AlfredHindelang**, ήρθε να παραλάβει τους 52 κρατούμενους και να τους οδηγήσει στον τόπο της εκτέλεσης. Ο επικεφαλής του αποσπάσματος, κρατώντας ένα χαρτί, διαβάζει τα ονόματα. …Ο Γερμανός τούτος αξιωματικός είδε τότε ότι μεταξύ των 52 αυτών ατόμων, που είχαν συλληφθεί και θα οδηγούνταν προς εκτέλεση, υπήρχαν και τρεις οι οποίοι ήταν γνωστοί του. Αυτούς τους τρεις τους βγάζει αμέσως από τη σειρά και τους εξαιρεί από την εκτέλεση. Ήταν ο Γρηγόρη Μαραγκός, ο Σταύρο Σακαρέλης και ο 18χρονος φοιτητής της Γεωπονικής Δημήτριος Αθ. Ράφτης. Οι δύο πρώτοι ήταν ξυλουργοί, που τις προηγούμενες μέρες επισκεύαζαν τα έπιπλα του γραφείου του. Ο άλλος, ο Δημ. Ράφτης, ήταν γνωστός του. Οι πληροφορίες λένε ότι στο σπίτι αυτουνού έμενε. Μιλούσε γαλλικά ο Δημ. Ράφτης και πολλές φορές είχε συνομιλήσει με τούτον το Γερμανό αξιωματικό. Και, πριν φύγουν από το σχολείο για τον τόπο της εκτέλεσης, βγάζει αυτούς τους τρεις από τη γραμμή και τους εξαιρεί από την εκτέλεση».Τους άλλους 49 τους έβαλαν στη γραμμή, ανάμεσα σε δύο σειρές οπλισμένων Γερμανών στρατιωτών και μουσουλμάνων, και τους οδήγησαν με τα πόδια μέχρι έξω από την Παραμυθιά***.»
Όσοι δεν συνελήφθησαν θυμούνται σήμερα δακρυσμένοι: Πέρασαν από τη βρύση του Καρκαμισιού, διάβηκαν το λάκκο του Μάνη Σιάνη και πήραν τον κατήφορο προς το ξωκλήσι του Αγιώρη. Εκεί σε μια λακκιά, ανάμεσα στη θέση Πουρνάρι και στο ξωκλήσι αυτό του Αγιώρη, σε ένα μικρό χωραφάκι του Τσαμάτου, 23 χωρικοί από το Ζερβοχώρι είχαν σκάψει τις προηγούμενες μέρες τη γούρα που θα γινόταν ο τάφος των 49 τούτων παιδιών της Παραμυθιάς. Μπροστά τους, πήγαινε ένα θωρακισμένο-τανκς, πίσω, ανάμεσα σε Γερμανούς στρατιώτες, ακολουθούσαν οι 23 φυλακισμένοι Ζερβοχωρίτες και πολλοί άλλοι κρατούμενοι από τα Σιαμέτια και από αλλού.

Οι Γερμανοί τους χρειάζονταν για μετά την εκτέλεση. Μόλις πέρασαν την κατηφόρα κι έφθασαν έως τη λακκιά του Αγιώρη, εκεί, λίγο πριν από τη μεγάλη συκιά, που υπήρχε κατήδρομα, τους ανέβασαν από ένα μικρό μονοπάτι και τους πέρασαν πάνω από το δημόσιο δρόμο, σε μια μικρή χωραφιά δίπλα στο σκαμμένο εκεί τάφο. Γύρω τους, σε διπλή και τριπλή σειρά, οπλισμένοι Γερμανοί στρατιώτες και μουσουλμάνοι παρατηρούσαν την κάθε τους κίνηση.
Γερμανός Αξιωματικός επιθεωρεί παρατεταγμένο
σώμα Τσάμηδων
Ο Κώστα Τσίλης, ένας γεροδεμένος και ηλιοκαμένος άνδρας, κοίταζε ξερβά-δεξιά. Με λοξές ματιές έψαχνε ανάμεσα στους Γερμανούς και στους μουσουλμάνους να βρει πέρασμα να φύγει. Αν έφθανε ως τη στροφή στο εικόνισμα του Αγιώρη και γύριζε τον κατήφορο προς τα σπίτια των Κατσαίων, θα σκαπέταει από εκεί στα χωράφια, κι άντε να τον βρουν μετά. Άραγε θα τα καταφέρει; «Μωρέ, τι λες που θα κάτσω να με σκοτώσουν!» Άμπωξε δίπλα του το δάσκαλο, τον Γιάννη Μπαζάκο. «Τι καθόμαστε, ωρέ. Ρίξου να φύγουμε!» Κι εκείνη την ώρα, που το εκτελεστικό απόσπασμα είχε πάρει τη θέση του, κι ήταν όλα έτοιμα για την εκτέλεση, με ένα άγριο και αποφασιστικό ξετίναγμα ρίχνονται μεμιάς και οι δύο. Ο Γιάννης ο Μπαζάκος, με μια ακράτητη ορμή, περνάει ανάμεσα από τις γραμμές των Γερμανών, στρίβει τον ανήφορο και φθάνει έως τη βρύση, πάνω από τον Αγιώρη. Εκεί τον βρήκαν από πίσω οι σφαίρες. Την ίδια στιγμή ο Κώστα Τσίλης δίνει μια αμπωξιά στο Γερμανό, πηδάει τον όχτο, ρίχνεται στον κατήφορο, κατεβαίνει στο δρόμο και τρέχει να ξεφύγει. Ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε έναν ένοπλο μουσουλμάνο. Κάνει να στρίψει προς το εικόνισμα του Αγιώρη. Δεν πρόλαβε. Χτυπήθηκε.
Ο Θύμιος του Κίτσιο Βαγγέλη (Αναστασίου) αποκάλυψε: «Όταν σταμάτησαν οι πυροβολισμοί, ένας Γερμανός αξιωματικός μαζί με δύο στρατιώτες, ήρθε εκεί στην άκρη που ήμασταν εμείς από το Ζερβοχώρι, μας έδωσε φτυάρια και μας είπε να σκεπάσουμε όλους τους σκοτωμένους. Φθάνοντας στο σημείο όπου είχε γίνει η εκτέλεση, αυτό που αντικρίσαμαν ήταν τρομαχτικό. Και, μόλις κάναμαν να αρχινίσουμε να ρίχνουμε χώμα, είδαμαν πολλούς από αυτούς, που ήταν χτυπημένοι και ξαπλωμένοι μέσα στο αίμα, να μας κάνουν νοήματα με τα μάτια ότι ήταν ζωντανοί. Εμείς, για να μην καταλάβουν οι Γερμανοί και οι μουσουλμάνοι, που μας παρακολουθούσαν, ρίχναμαν τις φτυαριές με το χώμα προσεχτικά και σκόρπια». Οι μουσουλμάνοι, που συνεργάζονταν με τους Γερμανούς, δεν μας άφηναν από τα μάτια τους. Για μια στιγμή βλέπουμε να πετάγεται μέσα στη γούρα ένας μουσουλμάνος από το Καρβουνάρι μαζί με ένα Γερμανό και, πατώντας απάνω τα πτώματα των εκτελεσθέντων, αποτελειώνουν με τα περίστροφά τους όσους έδειχναν ακόμα σημεία ζωής.
Εκεί, στον τόπο που εκτελέστηκαν, στο μνημείο που έχει στηθεί, είναι γραμμένα τα ονόματά τους:
1) Τσαμάτος Π. Ευάγγελος, ιερέας, 1879.
2) Αλιγιάννης Φ. Δημήτριος, χαλκουργός, 1876.
3) Αλιγιάννης Δ. Ιωάννης, παντοπώλης, 1918.
4) Αλιγιάννης Φ. Κωνσταντίνος, χαλκουργός, 1878.
5) Αλιγιάννης Κ. Σωτήριος, παντοπώλης, 1907.
6) Αποστολίδης Π. Απόστολος, υποδηματοποιός, 1898.
7) Βαλασκάκης Σ. Ελευθέριος, ιατρός. 1913.
8) Γιαννάκης Ι. Νικόλαος, καθηγητής Γυμναστικής, 1918.
9) Δρίμιζας Δ. Χαράλαμπος, ράφτης, 1894.
10) Ευαγγέλου Ε. Ευθύμιος, καφεπώλης, 1888.
11) Ζιάγκος Γ. Κωνσταντίνος, ιδιωτικός υπάλληλος, 1899.
12) Κακούρης Α. Περικλής, διδάσκαλος, 1906.
13) Κατσούλης Α. Κων/νος, διδάσκαλος.
14) Κλήμης Θ. Δημήτριος, σαγματοποιός, 1909.
15) Κοτζαλέρης Ε. Εμμανουήλ, διευθυντής Αγροτικής Τραπέζης.
16) Κουρσούμης Θ. Κων/νος, καφεπώλης.
17) Κωνσταντίνου Ι. Κων/νος, σιδηρουργός, 1909.
18) Κωνσταντίνου Ι. Παναγιώτης, σιδηρουργός, 1918.
19) Μάνος Π. Νικόλαος, εστιάτορας, 1890.
20) Μαρέτας Ν. Γεώργιος, εστιάτορας, 1900.
21) Μαρέτης Γ. Ανδρέας, ωρολογοποιός, 1895.
22) Μητσιώνης Α. Ιωάννης, συντηρητής ραπτομηχανών, 1890.
23) Μουσελίμης Σ. Γεώργιος, ράφτης, 1897.
24) Μουσελίμης Π. Σταύρος, ιδιωτικός υπάλληλος, 1894.
25) Μπαζάκος Θ. Ιωάννης, διδάσκαλος, 1909.
26) Μπάρμπας Γ. Νικόλαος, υφασματέμπορος, 1900.
27) Μπάρμπας Ν. Σπυρίδων, μαθητής, γιος του Μπάρμπα Γ. Νικολάου, 1927.
28) Νάστος Χ. Ευάγγλεος, παντοπώλης, 1884.
29) Πάκος Γ. Πάκος, αγροκτηματίας, 1906.
30) Παπαθανασίου Χ. Βασίλειος, καφεπώλης, 1895.
31) Πάσχος Π. Γεώργιος, παντοπώλης, 1897.
32) Πάσχος Δ. Λεωνίδας, δερματέμπορας, 1897.
33) Ράπτης Δ. Αθανάσιος, παντοπώλης, 1880.
34) Ρίγγας Γ. Αθανάσιος, παντοπώλης, 1878.
35) Σιαμάς Π. Γεώργιος, ταχυδρομικός υπάλληλος, 1894.
36) Σιωμόπουλος Β. Κωνσταντίνος, γυμνασιάρχης, 1888.
37) Σπυρομήτσιος Π. Σπυρίδων, υποδηματοποιός, 1892.
38) Στρουγγάρης Α. Ανδρέας, παντοπώλης, 1911.
39) Σωτηρίου Χ. Κων/νος, αγωγιάτης, 1887 (γιος και πατέρας από το Γαρδίκι που διέμεναν στην Παραμυθιά στα σπίτια των αδερφών Τσούλα).
41) Τζώης Δ. Κων/νος, βιβλιοπώλης, 1898.
42) Τσαμάτος Ε. Νικόλαος, ράφτης, 1903.
43) Τσίλης Δ. Κωνσταντίνος, αγωγιάτης, 1911.
44) Τσούλας Β. Γεώργιος, ζαχαροπλάστης, 1898.
45) Τσούλας Β. Θεόδωρος, υποδηματοποιός, 1907.
46) Τσούλας Β. Κων/νος, υποδηματοποιός, 1902.
47) Φάτσιος Γ. Θωμάς, μυλωνάς, 1885.
48) Φείδης Θ. Αριστοφάνης, ιδιωτικός υπάλληλος.
49) Χρυσοχόου Κ. Απόστολος, συνταξιούχος σχολάρχης, 1882,

Στο επιτύμβιο του μνημείου, μετά τα ονόματα των εκτελεσθέντων, είναι χαραγμένα και τα ονόματα του Κων/νου Μαραζόπουλου από το Ζερβοχώρι, που τον σκότωσε ο ΝτούληΜεζάνης εκεί που μαζί με άλλους Ζερβοχωρίτες έσκαβε τη γούρα όπου την επόμενη θα εκτελούσαν τους 49 προκρίτους, και του Ιωσήφ (Τατούλ) Κολσουζιάν (του Αρμένου) που είχε σκοτωθεί από μουσουλμάνους αλλού.

*Στους Τσάμηδες χορηγήθηκε η αλβανική υπηκοότητα το 1953. Το Ειδικό Δικαστήριο δοσιλόγων των Ιωαννίνων εκδίκασε και εξέδωσε μέχρι το 1948, χίλιες εφτακόσιες και πλέον καταδικαστικές αποφάσεις για τα εγκλήματα των Τσάμηδων στη Θεσπρωτία. Ως συνέπεια των αποφάσεων αυτών, και με αποφάσεις του ελληνικού κράτους, από τους καταδικασθέντες αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια και η περιουσία τους δημεύτηκε. Περίπου 250 μουσουλμάνοι Τσάμηδες, αμέτοχοι στα εγκλήματα των υπολοίπων, παρέμειναν και συνέχισαν τη ζωή τους στη Θεσπρωτία μετά το 1944.

**Ο AlfredHindelang, προσαχθείς ως κατηγορούμενος ενώπιον των δικαστικών αρχών της Γερμανίας, παραδέχτηκε ότι έπειτα από διαταγή προχώρησε στη συγκρότηση του εκτελεστικού αποσπάσματος και ότι ανακοίνωσε το μέτρο των αντιποίνων με την ημερήσια διαταγή της μονάδας.

***Η σφαγή της Παραμυθιάς απασχόλησε τη μεταπολεμική συμμαχική και γερμανική δικαιοσύνη δύο φορές. Η πρώτη ήταν το 1947 με το αμερικανικό δικαστήριο να στρέφεται εναντίον επτά Γερμανών στρατηγών, που ήταν υπόδικοι για εγκλήματα πολέμου.
Η δίκη αυτή, είναι γνωστή και ως «δίκη για τις ομηρίες» ή «υπόθεση επτά» ή «δίκη των στρατηγών».
Ο στρατηγός Λάντς, διοικητής του 22ου Σώματος Στρατού, από τον Σεπτέμβριο του 1943 και μετά, ήταν ανάμεσα στους κατηγορούμενους. Ο Λάντς, στη δίκη αυτή αρνήθηκε ότι έδωσε τη διαταγή για τις εκτελέσεις στην Παραμυθιά και εμφανίστηκε να μην γνωρίζει την περίπτωση. Καταδικάστηκε σε δωδεκαετή κάθειρξη, αλλά το 1952 ήταν ήδη ελεύθερος, με ένα είδος αμνηστίας-χάρης, που του χορηγήθηκε. Στο δικαστήριο αυτό, κανείς άλλος δεν λογοδότησε για την υπόθεση της Παραμυθιάς.
Στις 6.12.1963 ο εκπαιδευτικός Βίλχελμ Φραντς Κοκότ, ο οποίος τον Σεπτέμβριο του 1943 υπηρετούσε στην 631 μοίρα ελαφρού πυροβολικού στην Παραμυθιά, με διοικητή τον ταγματάρχη Στόκερτ, κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά εναντίον του διοικητή του λόχου του, λοχαγού ΆλφρεντΧίντελανγκ, στην οποία τον κατηγορεί ότι ήταν υπεύθυνος για την εκτέλεση 60 πολιτών της Παραμυθιάς.
Η υπόθεση ανατέθηκε σε ανακριτή, ο οποίος κάλεσε επιζώντες στρατιώτες και αξιωματικούς της μονάδας αυτής για να καταθέσουν. Ανάμεσα σε αυτούς που κατέθεσαν ήταν και δύο μέλη του εκτελεστικού αποσπάσματος που έλαβε μέρος στην εκτέλεση των 49, ένας επιλοχίας και ένας δεκανέας. Δεν εκλήθησαν να καταθέσουν οι αξιωματικοί του σκληρού πυρήνα των Ναζί στην Ήπειρο, όπως ο τότε συνταγματάρχης Ρέμολντ, ο ίλαρχος ΒονΛένθε υπεύθυνος του 2ου Γραφείου του 22ου Σώματος και ο φρούραρχος της Παραμυθιάς.
Τάκης Κάμπρας
Πηγή

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

Η Ηρωική αντίσταση 211 Τάγματος Πεζικού κατά την Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Η Ηρωική αντίσταση 211 Τάγματος Πεζικού κατά την Τουρκική Εισβολή στην Κύπρο το 1974.




Κύπρος εισβολή 1974



60 Λεπτά: Τουρκική Εισβολή 36 Χρόνια Μετά



Ιστορία Κύπρου - 1974 - Ντοκιμαντέρ PIK

Ντοκιμαντέρ - Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου Ιστορία - Καθημερινές Δραστηριότητες Ελληνικό Πραξικόπημα Κύπρου - 15/7/1974 Τουρκική Εισβολή Κύπρου - 20/7/1974 - 16/8/2014




Κων/νος Αχιλλείδης: Αντιμετωπίζοντας τον Αττίλα

1,49 χιλ. συνδρομητές
Εκπομπή 202 28 Ιουλίου 201Ο στρατηγός ε.α. Κωνσταντίνος Αχιλλείδη περιγράφει τις προσωπικές του εμπειρίες από την επιστράτευση και την αντίσταση κατά του Τούρκου εισβολέα.Κάνει αναφορές στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αγωνίστηκε, με ιδιαίτερη αναφορά στη μάχη της Λευκωσίας στον 2ο γύρο της τουρκικής εισβολής.




12ος Λόχος 31ΜΚ 1974. Η Πορεία Προς Το Μέτωπο.12ος Λόχος 31ΜΚ 1974. Η Πορεία Προς Το Μέτωπο.

Εκπομπή «Πρωτοσέλιδο» SigmaTV 20 Ιουλίου 2018.
Η Μάχη του Κοτζιά Καγιά το βράδυ της 20ης Ιουλίου 1974. Η Μάχη του Κυπαρισσόβουνου το πρωϊ της 2ας Αυγούστου 1974. Στο στούντιο με τον Ανδρέα Δημητρόπουλο οι Χρίστος Μαρούχος, Δημήτρης Κωστή και Βίκτωρ Καραγιάννης.
https://www.youtube.com/watch?v=qHBrfSIVG7M



https://www.blogger.com/blogger.g?blogID=34989766065933284#editor/target=post;postID=4109744387858448929;onPublishedMenu=allposts;onClosedMenu=allposts;postNum=0;src=link

Ιστορικοί Περίπατοι – Φάκελος Κύπρου – Α’ Μέρος ΕΡΤ

 

Άλωση της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης)

Από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης του ΄21, κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.


Από τις πρώτες μέρες του εθνικού ξεσηκωμού, ο Κολοκοτρώνης είχε συλλάβει την ιδέα της πολιορκίας και της άλωσης της Τριπολιτσάς (σημερινής Τρίπολης), επειδή κατείχε στρατηγική θέση και ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Μοριά. Στην Τριπολιτσά είχε την έδρα του ο Μόρα-Βαλεσί, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου, με όλο το χαρέμι και τα πλούτη του, εκεί ζούσε ο μισός τουρκικός πληθυσμός της Πελοποννήσου και την υπερασπιζόταν σημαντικός αριθμός ενόπλων σωμάτων. Με λίγα λόγια ήταν μια επικίνδυνη εχθρική εστία, η οποία εάν δεν εξουδετερωνόταν θα ήταν μια διαρκής απειλή για τις επαναστατημένες επαρχίες της Πελοποννήσου.
Η στρατηγική σύλληψη του Κολοκοτρώνη δεν έγινε αμέσως αποδεκτή, επειδή προϋπέθετε οργανωμένο στρατό, που δεν υπήρχε. Ο Κολοκοτρώνης με επιμονή και πειστικότητα αντέστρεψε το αρνητικό για την άποψή του κλίμα μεταξύ των οπλαρχηγών κι έτσι στα μέσα Απριλίου αποφασίστηκε ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς σε πρώτη φάση, ώστε να διακοπεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και εφοδιασμού της πόλης. Αρχιστράτηγος της επιχείρησης ορίσθηκε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, αλλά ιθύνων νους της ήταν ο Κολοκοτρώνης, το σχέδιο του οποίου τηρήθηκε κατά γράμμα.
Μέχρι τις αρχές Μαΐου του 1821 οι επαναστάτες είχαν περισώζει την Τριπολιτσά σ' ένα κύκλο που περιλάμβανε τις περιοχές Πάπαρι, Βλαχοκερασιά, Διάσελο, Αλωνίσταινα και Βέρβενα. Τότε έφθασε η πληροφορία ότι ο Μουσταφάμπεης με 3.500 άνδρες προερχόμενος από τα Γιάννινα είχε διασπάσει την πολιορκία από τα ανατολικά και είχε εισέλθει στην πόλη. Η επιχείρηση κινδύνευε, καθώς τις επόμενες μέρες τέθηκε σε καταδίωξη του Κολοκοτρώνη και των άλλων οπλαρχηγών που πολιορκούσαν την Τριπολιτσά. Οι δύο σημαντικές ήττες που υπέστη στο Βαλτέτσι (12 Μαΐου) και στα Δολιανά (18 Μαΐου), όχι μόνο αναπτέρωσαν το ηθικό στο ελληνικό στρατόπεδο, αλλά συνέβαλαν καταλυτικά στην Άλωση της Τριπολιτσάς.
Η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε. Οι αποθήκες των τροφίμων είχαν σχεδόν αδειάσει, τα χρήματα είχαν εξαντληθεί και οι αρρώστιες θέριζαν. Στην πόλη υπήρχαν 35.000 ψυχές, Τούρκοι, Χριστιανοί, Αλβανοί και Εβραίοι.
Τότε ο Κολοκοτρώνης συνέλαβε την ιδέα να κατασκευαστεί περιφερειακή τάφρος γύρω από την πόλη για να δυσκολέψει περισσότερο τη ζωή των πολιορκημένων. Η τάφρος κατασκευάστηκε ταχύτατα από τους χωρικούς και η όλη τοποθεσία ονομάστηκε Γράνα. Γύρω και πίσω από αυτή τοποθετήθηκαν τα τέσσερα ελληνικά σώματα, με επικεφαλής τους Κολοκοτρώνη, Μαυρομιχάλη, Γιατράκο και Αναγνωσταρά. Οι επαναστάτες είχαν στη διάθεσή τους ένα παμπάλαιο κανόνι και οι πολιορκούμενοι 30.
Απόντος του Μόρα-Βαλεσί, Χουρσίτ Πασά, ο Μουσταφάμπεης, που είχε το γενικό πρόσταγμα στην πόλη, αντιλήφθηκε γρήγορα την κίνηση του Κολοκοτρώνη και στις 18 Αυγούστου ενήργησε επίθεση με ιππικό για να διασπάσει τον κλοιό των Ελλήνων. Απέτυχε και οι δυνάμεις του επέστρεψαν στην πόλη έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες. Μπέηδες και αγάδες άρχισαν τότε να συσκέπτονται για τους όρους της παράδοσης, καθώς δεν υπήρχε ελπίδα σωτηρίας.
Όμως τους πρόλαβε ένας απλός στρατιώτης, ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό Κυνουρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, μαζί με δύο συντρόφους του αναρριχήθηκε στα τείχη της πόλης που έφθαναν τα πεντέμισι μέτρα ύψος και εισήλθε στην Τριπολιτσά, εκμεταλλευόμενος τη γνωριμία του με τον φύλακα του προμαχώνα. Αφού τον εξουδετέρωσε, άνοιξε την Πύλη του Μυστρά και οι έλληνες επαναστάτες εισόρμησαν στην πόλη. Οι κάτοικοί της αντιστάθηκαν, χωρίς επιτυχία, επί δίωρο.
Επακολούθησε άγρια σφαγή του πληθυσμού και πρωτοφανές πλιάτσικο. Μάταια οι οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τους μαινόμενους επαναστάτες. «Το ασκέρι, όπου ήτον μέσα, το Ελληνικόν, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άνδρες, τριάντα δύο χιλιάδες, μία ώρα ολόγυρα της Τριπολιτσάς. Ένας υδραίος έσφαξε ενενήντα. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατόν» γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Κολοκοτρώνης.
Η εκδικητική μανία των επαναστατών εκδηλώθηκε όχι μόνο σε βάρος των Τούρκων, αλλά και των Εβραίων που είχαν δείξει εχθρική στάση απέναντι στην Επανάσταση, και των Ελλήνων που είχαν χαρακτηριστεί τουρκολάτρες, όπως ο πρόκριτος Σωτήρης Κουγιάς. Αντίθετα, οι Αλβανοί της Τριπολιτσάς αποχώρησαν συντεταγμένα με τη συνοδεία ελλήνων μαχητών, καθώς είχαν έλθει σε συμφωνία με τον ίδιο τον Κολοκοτρώνη.
Η Άλωση της Τριπολιτσάς αποτέλεσε σταθμό για την εδραίωση και την εξέλιξη της Επανάστασης. Ολόκληρη η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Ελλήνων, εκτός των φρουρίων, Πατρών, Μεθώνης, Κορώνης και Ναυπλίου, τα οποία πολιορκούνταν στενά.

ΕΟΚΑ Το τελευταίο τρίο του απαγχονισμού


«Το τελευταίο τρίο του απαγχονισμού». Οι ήρωες-αντάρτες και η ευχή του Παλληκαρίδη

Ήταν πέντε μόνο λεπτά πριν τα μεσάνυχτα της 22ης Σεπτεμβρίου, όταν στις κεντρικές φυλακές της Λευκωσίας, όπου κρατούνταν οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, άνοιξε η καταπακτή. Έξω από τις φυλακές πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί για να αποχαιρετήσει τους μελλοθάνατους: ήταν οι Ανδρέας Παναγίδης, Μιχαήλ Κουτσόφτας και Στέλιος Μαυρομμάτης.

Ανδρέας Παναγίδης, ο πατέρας
Μόλις 22 ετών και πατέρας ενός αγοριού και δύο κοριτσιών, ο Ανδρέας Παναγίδης είχε ορκιστεί στην ΕΟΚΑ, μαζί με τον φίλο του Μιχαήλ Κουτσόφτα. Καταγόταν από το Παλιομέτοχο και εργαζόταν ως μάγειρας στο αεροδρόμιο Λευκωσίας.
Έντιμος και περήφανος, μια μέρα ένας Βρετανός βρήκε στην τσάντα του μια ελληνική σημαία. Τότε, γεμάτος περιφρόνηση, την άρπαξε και την υπέδειξε στον Παναγίδη, ζητώντας του να του σκουπίσει τα παπούτσια με αυτήν.
Η υποτιμητική αυτή κίνηση προς τη σημαία, δεν άρεσε καθόλου στον Ανδρέα Παναγίδη και εκνευρισμένος τον χτύπησε άγρια.
 


Την επόμενη μέρα, μαζί με τον Μιχαήλ Κουτσόφτα και τον μικρότερο της παρέας, Παρασκευά Χοιροπούλη, αποφάσισαν να κλέψουν τα όπλα και να απαγάγουν τον Άγγλο φρουρό.
Είχαν αποφασίσει να τον ανταλλάξουν με τον Χαρίλαο Μιχαήλ ή τον Ανδρέα Ζάκο. Πάνω στη συμπλοκή ένας Βρετανός σμηνίας, ο Πάτρικ Τζον Χέιλ, τραυματίστηκε θανάσιμα.
Οι τρεις τους συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στα κρατητήρια Ομορφίτας. Ο Παρασκευάς λόγω νεαρού ηλικίας γλίτωσε τη θανατική ποινή όχι όμως οι άλλοι δύο.
Ο Παρασκευάς Χοιροπούλης που αντέδρασε στην απόφαση των δύο αγωνιστών, να σωθεί και να μην απαγχονιστεί ο «μικρός» είχε απαντήσει: «Γιατί ρε εγώ δεν είμαι άξιος να πεθάνω μαζί σας;».  Όταν ο Παναγίδης τον αντίκρισε του είπε:
«Παρασκευά, δεν θέλω να μαραζώνεις διότι θα μας κρεμάσουν.[…] Θέλω να πεις ότι δεν χάσαμε το θάρρος μας, αλλά βαδίσαμε με το κεφάλι ψηλά προς την αγχόνην, διότι η Ελευθερία χρειάζεται θυσίας. Πεθαίνω μόνο για ένα σκοπό. Δεν θα δω την Κύπρον ελεύθερη, αλλά προσέφερα το αίμα μου για να την δουν οι νέες γενεές της Κύπρου ελεύθερη».
 

Μιχαήλ Κουτσόφτας, ο αριστερός
Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας γεννήθηκε στο Παλιομέτοχο στις 12 Νοεμβρίου 1934. Αποφοιτώντας από το Δημοτικό του Παλιομετόχου εργαζόταν σε νηματουργείο ως βαφέας. Με την έναρξη τουαγώνα προσφέρθηκε να υπηρετήσει στις τάξεις της ΕΟΚΑ. Λόγωόμως της αριστερής ιδεολογίας του, αλλά και του ότι ήτανορφανός από πατέρα και είχε τη μικρή του αδελφή ανύπανδρη, υπήρχαν επιφυλάξεις. Τελικά η σταθερή και αμετακίνητη επιμονήτου έπεισε τον ιερέα Παλαιομετόχου Παπά Λευτέρη να τον ορκίσει.
Μαζί με τον Ανδρέα Παναγίδη, φίλοι αχώριστοι, πραγματοποίησαν την πρώτη τους δράση: πήραν μία ελληνική σημαία και μαζί με τους συνομήλικούς του, μάζεψαν το χωριό και έκαναν παρέλαση. Στο τέλος, κρέμασαν τις σημαίες στους ευκαλύπτους του χωριού. Οι Βρεττανοί στρατιώτες κατέβασαν τις σημαίες, όμως την επόμενη ημέρα αντίκρυσαν πάλι τις γαλανόλευκες να κρέμονται από τα ψηλά δέντρα. Οι Βρετανοί τις αφαιρούσαν, οι νεαροί τις κρεμούσαν πάλι.
 Τόση ήταν η επιμονή τους που κάποια στιγμή αποφάσισαν να αλείψουν τα δέντρα με γράσο και να καρφώσουν καρφιά. Για αυτό και οι Άγγλοι απελπισμένοι πια από το πείσμα των νεαρών, ξερίζωσαν τα δέντρα.
Ο απαγχονισμός του Καραολή και του Δημητρίου αναστάτωσαν τονΚουτσόφτα τόσο πολύ που εγκατέλειψε τη δουλειά του και για μερικές μέρες κατόπτευε το αεροδρόμιο Λευκωσίας, όπου στάθμευαν Άγγλοι στρατιώτες, αναζητώντας τόπο και τρόπο να ανταποδώσει το πλήγμα. Σε συμβουλές της μάνας του να προσέχει, απάντησε :
«Για την ελευθερία της Κύπρου μας όλοι ανοίξαμε τα στήθη, μητέρα»
Στην τελευταία επίσκεψη που είχε στις φυλακές ο  Μιχαήλ Κουτσόφτας, έλεγε στους γεμάτους αγωνία συγγενείς του: «Εγώ είμαι υπερήφανος που πεθαίνω για την πατρίδα. Το ίδιο να είστε και εσείς και να μη μαραζώνετε…». Όσοι ήταν παρόντες, μαρτυρούν ότι έγινε ο ακόλουθος διάλογος μεταξύ του μελλοθάνατου νέου και της τραγικής μητέρας του:
«Μάνα, αν είσαι Ελληνίδα, μην κλάψεις, γιατί ο γιος σου δεν είναι για κλάματα. Ο γιος σου τραβάει για τη δόξα και την τιμή».
Σκουπίζοντας τότε εκείνη τα δάκρυά της και συγκρατώντας την ανείπωτη οδύνη της, του λέει
«Είμαι υπερήφανη για σένα γιε μου. Σε γέννησα για την πατρίδα και σε δίνω στην πατρίδα». 

Στέλιος Μαυρομάτης, ο εκτελεστής
Ο Στέλιος Μαυρομάτης εκτελέστηκε την ίδια μέρα με τους Παναγίδη και Κουτσόφτα με διαφορά μισής ώρας. Γεννημένος στις 15 Νοεμβρίου 1932 στον Λάρνακα της Λαπήθου, και τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο στο χωριό του και την Εμπορική Σχολή Σαμουήλ στη Λευκωσία. Εργάστηκε για δυο χρόνια στον αγγλικό στρατό στο Σουέζ και στη συνέχεια εργαζόταν στο αγγλικό αεροδρόμιο Λευκωσίας ως γραφέας μέχρι τη σύλληψή του.
Ήταν μέλος της επιτροπής των σωματείων ΣΕΚ και ΘΟΙ στο χωριό του, στην ίδρυση των οποίων πρωτοστάτησε ο πατέρας του.
Με την έναρξη του αγώνα εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ και πήρε μέρος σε επιχείρηση δολιοφθοράς εναντίον αεροπλάνων των Άγγλων. Συνέβαλε επίσης ουσιαστικά στη συλλογή των κυνηγετικών όπλων από ιδιώτες στην περιοχή Λευκωσίας. Έδρασε ιδιαίτερα στην περιοχή των οδών Λήδρας και Ονασαγόρου, την οποία οι Άγγλοι είχαν ονομάσει «μίλι του θανάτου».
Μεταξύ των συνεργατών του ήταν και ο δεύτερος ξάδελφός του, Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Στενοί συνεργάτες του στη μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού, καθώς και στη φιλοξενία και φυγάδευση καταζητουμένων προσώπων ήταν και οι γονείς και τα αδέλφια του.
Σε μια ανεπιτυχή επίθεση του ιδίου και των δυο συναγωνιστών του εναντίον του Βρετανού σμηνία Νόρμαλ Άλφρεντ και του αεροπόρου Λώρενς Ληθ της βρετανικής βασιλικής αεροπορίας στην οδό Αγίου Παύλου στον Άγιο Δομέτιο Λευκωσίας, ο Στέλιος Μαυρομμάτης ανακόπηκε κατά την αποχώρηση από Άγγλο κάτοικο της περιοχής και συνελήφθη από τους δυο Άγγλους, όπου και οδηγήθηκε στην αγχόνη την 21η Σεπτεμβρίου.
Ο Στέλιος Μαυρομμάτης στο κύκνειο άσμα του, ένα γράμμα προς την οικογένεια του λίγες ημέρες πριν τον κρεμάσουν , λέει μεταξύ άλλων: «Δεν θέλω μοιρολόγια και Θρήνους… θέλω να ξέρετε πως ο γιος και αδελφός σας πέθανε με το χαμόγελο στα χείλη, κρατώντας μέχρι τέλους τον όρκο τον ιερό που έδωσε: να θυσιαστεί για χάρη της ελευθερίας της Κύπρου».
Μετά την εκτέλεση του, στη διάρκεια ερευνών που διεξήγαγαν τα Αγγλικά στρατεύματα κατοχής στο πατρικό του σπίτι, η 27χρονη αδελφή του Μαρία, πυροβολήθηκε στη σπονδυλική στήλη από σφαίρα και έζησε το υπόλοιπο του βίου της σε αναπηρική καρέκλα.
 

Το τελευταίο τρίτο του απαγχονισμού
Οι τρεις αγωνιστές πέρασαν στην αθανασία το 1956. Εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, χωρίς να γνωρίζει τη δική του μοίρα, έγραφε ένα ποίημα αφιερωμένο στους τρεις συναγωνιστές τους, το οποίο ονόμασε «Το τελευταίο τρίο του απαγχονισμού».
Την επόμενη ημέρα έγραφε στη φίλη του Λύα Χατζηαδάμου για το περιστατικό: «είναι ένας εξάδελφός μου […] ελπίζω να τον συναντήσω σύντομα».
Ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ήταν ο τελευταίος αγωνιστής που απαγχονίστηκε έξι μήνες μετά.



Ὁ Κολοκοτρώνης γιὰ τὴν Παιδεία καὶ οἱ τωρινοὶ Νενέκοι


«Κάλλιο γι τν πατρίδα
κανένας ν χαθε
 ν κρεμάσει φούντα
γι ξένον στ σπαθί»
Ρήγας Φεραίος


 συριζαίος μέλος τς ΕΛΜΕ Κερκύρας, χημικς καθηγητής, καντιποτένιος πο μαγάριζε Κολοκοτρώνη κα Παλο Μελά, πανέλαβε ατ πο τόσα χρόνια κυκλοφορον στ πανεπιστημιακ μφιθέατρα π τος νεοταξίτες λέκτορες, «νστρούχτορες» τς ριστερς. Εναι τ διαπιστευτήρια γι προαγωγς κα νέλιξη. ποιος ροκανίζει τ θεμέλια τς πατρίδας εναι « νθρωπός τους». σοι σκύβουμε κα προσκυνομε τν ερ μνήμη το Γέρου το Μορι διδάσκουμε τν λήθεια, γιατί σεβόμαστε τος μαθητές μας, γι’ ατ τ παιδι μς γαπον κα μς θυμονται δι βίου.

Θά συλλέξουμε, στ παρν κείμενο, σα σπουδαα κα τιμαλφ επε Γέρος το Μορι γι τν Παιδεία κα τ παιδιά. Θ σκύψουμε κάτω, χι π τν πένα, ατν δν τν κάτεχε, λλ...
π τ προσκύνητο σπαθί του.
«Κάλλιο γι τν πατρίδα
κανένας ν χαθε
ν κρεμάσει φούντα
γι ξένον στ σπαθί»,
λεγε Ρήγας κα σημειώνει Κολοκοτρώνης στ πομνημονεύματά του, δι χειρς Τερτσέτη.
«φύλαξα πίστην ες τν παραγγελίαν το Ρήγα. Κα Θες μ ξίωσε κα κρέμασα φούντα ες τ Γένος μου ς στρατιώτης του. Χρυσ φούντα δν στόλισε ποτ τ σπαθί μου, ταν παιρνα δούλευσιν ες ξένα κράτη».

π τ ξαίσιο λόγο το Κολοκοτρώνη στν Πνύκα, τ 1838, νώπιον λης τς τότε θήνας, θ ρανιστομε τς περισσότερες σκέψεις του. Ξεκιν π τν πίλογο που διαβάζω τοτα τ λόγια:
«γώ, παιδιά μου, κατ κακή μου τύχη ξ ατίας τν περιστάσεων μεινα γράμματος, κα δι τοτο σς ζητ συγχώρησι, διότι δν μιλ καθς ο δάσκαλοί σας». Τί μεγαλειδες μάθημα, λεγκτικ πολλς φορς γι μς τος δασκάλους! Τ παιδι τ διδάσκεις μ ταπείνωση κα χι ταπεινώνοντάς τα. Πόσες φορς μπαίνουμε στν τάξη, παραφουσκωμένοι π παρση κα λαζονεία, ξουδενώνοντας τος μαθητές μας, γιατί δυνατον ν παρακολουθήσουν τς ψηλόφρονες φλυαρίες μας. Κα μως « γνσις φυσιοί, δ γάπη οκοδομε» κατ τν π. Παλο. Κα χωρς ν τ γνωρίζει νυπερήφανος ρωας παναλαμβάνει λόγια το γίου Κοσμ το Ατωλο, γιατί τ λιοντάρια το Εκοσιένα ταν πνευματικοπαίδια του.

Τ τρομερ καριοφίλι ελογήθηκε π τ πετραχήλι, γι’ ατ πανάσταση το ’21, ταν γιασμένη, πως γράφει Κόντογλου.
λεγε γιος ταν στηνε τν σταυρ του σ’ ναν τόπο: «Κα χι μόνον δν εμαι ξιος ν σς διδάξω, λλ μήτε τ ποδάρια σας ν φιλήσω. Διότι καθένας π λόγου σας εναι τιμιώτερος π’ λον τν κόσμον». (π. Αγουστίνου Καντιώτη, «Κοσμς Ατωλός», σελ. 101).

«Ες σς μένει ν σάσετε κα ν στολίσετε τν τόπο, που μες λευθερώσαμεν, καί, δι ν γίνη τοτο, πρέπει ν χετε ς θεμέλια τς πολιτείας τν μόνοια, τν θρησκεία κα τν φρόνιμον λευθερία». Ποι εναι τ θεμέλια τς πολιτείας, πς σάζετε κα στολίζετε; Μ τ μεγάλα ργα, τς πανάκριβες παύλεις κα τς τενεκεδοκρόταλες δόξες κα λόξες; χι, μ τν μόνοια, γιατί κόμη κα σήμερα δν πουλώθηκαν κα εναι «θυμωμένες» ο πληγς τν μφυλίων.

Βλέποντας Κολοκοτρώνης τ μεγάλο κακ πο γινόταν π τν «δολερ διχόνοια», τ 1824 - φο σκοτώθηκε σπουδαος γις του Πάνος- παραδόθηκε κα τν «κλεισαν» στν δρα. ρθε μπραϊμ κα τν ναζήτησαν. Στ νάπλι πο πέστρεψε επε: «Πρν βγω στ νάπλι ριξα στ θάλασσα τ πικρ τ περασμένα, κάνετε κι σες τ διο! Στ δρόμο πο περνούσαμε ν ‘ρθουμε στν κκλησιά, εδα ν σκάβουν κάτι νθρωποι. Ρώτησα κα μο ‘πανε πς γι ν βρονε κρυμμένο θησαυρό. κε, στ λάκκο μέσα, ρίχτε κι σες τ μίση τ δικά σας. τσι θ βρεθε κι χαμένος θησαυρός!».

θρησκεία, πίστη τν πατέρων μν, γία μας ρθοδοξία, εναι λιθάρι ριζιμιό το Γένους διότι «ταν πιάσαμε τ ρματα, επαμε πρτα πρ Πίστεως κα πειτα πρ Πατρίδος», πως κανοναρχε τος νέους λίγο νωρίτερα. ν τωρινς πρωθυπουργς τς λλάδας, διάβαζε στ φηβικά του χρόνια τν Κολοκοτρώνη τν Μακρυγιάννη κα χι τς μαρξιστικς τιποτολογίες καί... ζωδίες, θ εχε λλη γνώμη γι τν κκλησία κα τν πίστη μας. λλ «τς κ τν ρχόντων (σσ. τν τελευταίων δεκαετιν) πίστευσε» ποτ στ Χριστό; Τν πατρίδα μας τν πελευθέρωσαν ρωες, Χριστιανο ρθόδοξοι. ταν το Κολοκοτρώνη το διάβασαν τν πόφαση θανάτου στ δικαστήριο τς ντροπς τν Βαυαρν, επε: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ταν λθεις ν τ βασιλεί σου». Τ επε μ φων τρεμη κα καμε τ σταυρό του.

Στ μάχη το Σαραβαλίου, τ 1821, νδ. Ζαΐμης εχε καταφύγει στ μον μπλού. Κολοκοτρώνης τν νείδιζε μ τς λέξεις: «κρ νδρέα, κρ Ζαΐμη, τος λάφοις ρη τ ψηλ κα πέτρα τος λαγωος καταφυγή». γράμματος μέν, λλ γνώριζε τ Ψαλτήρι, γιατί λειτουργονταν συχν κα ρθρου βαθέος κα χι δύο λεπτ πρν π τν πόλυση, πως ο σημερινς ποικιλώνυμες σημαντότητες.

Μιλ Γέρος το Μορι γι τν «φρόνιμον λευθερίαν», γιατί πάρχει κα φρων, συδοσία, τιμωρησία.
Πολύτιμες, μεταξένιες κα ο παρακάτω παραινέσεις το γερο-Κολοκοτρώνη, γρυπνη συνείδηση το Γένους. Οτε Ερωπαίους παιδαγωγος διάβασε οτε γνώση τν σύγχρονών του «ρευμάτων» εχε. Γνώριζε μως τν λληνορθόδοξη παράδοση κα βίωνε τ καθαρ θη το Γένους, τν θική το Εαγγελίου πο ζοσε π μικρός. λόγος του μς θυμίζει τος δικαίους στρατηγος τς Παλαις Διαθήκης, πο σαν στν πηρεσία το λαο το Θεο.

Διαβάζω κα γαλλι: «Παιδιά μου ν μν χετε πολυτέλεια, ν μν πηγαίνετε ες τος καφενέδες κα τ μπιλιάρδα. Ν δοθτε ες τς σπουδς σας, κα καλλίτερα ν κοπιάσετε λίγον δύο κα τρες χρόνους κα ν ζήσετε λεύθεροι ες τ πίλοιπο τς ζως σας, παρ ν περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τ νεότητά σας κα ν μείνετε γράμματοι. Ν σκλαβωθτε ες τ γράμματά σας. Ν κούετε τ συμβουλς τν διδασκάλων κα γεροντοτέρων, καί, κατ τν παροιμία, μύρια ξευρε κα χίλια μάθανε. προκοπή σας κα μάθησή σας ν μν γίνη σκεπάρνι μόνο δι τ τομό σας, λλ ν κυττάζη τ καλό τς Κοινότητος, κα μέσα ες τ καλ ατ  ερίσκεται κα τ δικό σας». μόνη σκλαβι πο μς  ρμόζει, λέει Κολοκοτρώνης, εναι στ γράμματα.  Σ ποιά μως γράμματα; «Στ γράμματα πο διαβάζουνε / ο γράμματοι κι γιάζουνε» (λύτης), τ γράμματα τν Πατέρων, τν γίων, τν μεγάλων φιλοσόφων τς ρχαιότητας, τος ποίους ζωγράφιζε κκλησία στος νάρθηκες.

Ν κλείσω μ’ ατ πο ντόπισα στς ποσημειώσεις τς «Διηγήσεως Συμβάντων» το Τερτσέτη. νας ταλς περιηγητς νόματι Πέκιο, συναντ τν φυλακισμένο στν δρα, στ μοναστήρι το προφήτη λία, Κολοκοτρώνη. συζήτηση φτασε στς νίκες το Μπραΐμη. Το λέει στρατηγός: «ξεύρεις τί φερε τν νίκη τν Αγυπτίων; νότης τς πολεμικς δυνάμεως, ν ο λληνες φανίζονται π τν μανίαν το ν θέλουν ν καπιτανεύουν, χωρς τν παιτούμενην μπειρίαν».

Θ φθάναμε σ κρίσεις, ν «καπιτάνευαν» μπειροι κα χι  μνημονιακο λακέδες κα πειθήνια νεργούμενα το Βερολίνου; Θ εχαμε Παιδεία πο προκαλε ναυτία στ παιδιά, ν διδάσκαμε στ ναλυτικ προγράμματα ατ τ σπουδαα κα χι τς καθαρσίες το κάθε Φίλη Γαβρόγλου τ ξιολύπητα ψεύδη το κάθε Νενέκου, κάθε νισόρροπου πού τυχε ν γίνει κπαιδευτικός;

Νατσις Δημήτρης,
δάσκαλος-θεολόγος, Κιλκς