Labels

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη

  πίθεση καθορίστηκε νά γίνει τά μεσάνυχτα τς 8ης πρός τήν 9η Αγούστου


Στς 9 το Αγούστου, μόλις βράδιασε, ταν πι ο λληνες τοιμάζονταν ν ξεκινήσουν, μαθαίνουν πόναν χωριάτη πς στ Πλατάνια φτάσανε τν δια κείνη μέρα, σαμε χτ χιλιάδες χτροί. Τότες Μάρκος κράτησε μονάχα τετρακόσιους πενήντα νοματαίους κα τος λλους χτακόσιους τος δωσε στν Τζαβέλλα πο θ χτύπαγε στ Πλατάνια. κουμπώντας πάνω στ ντουφέκι του το λέει:

– Θ’ νταμωθομε στν κάτω κόσμο…

Τράβηξαν μίλητες σκις στ σκοτάδι, περπατώντας μουλωχτ σν τ’ γρίμια. Λίγο πειτα π τ μεσάνυχτα Μάρκος κα τ παλικάρια του φτάσανε μπροστ στ τούρκικο ρδ δίχως τ καραούλια το χτρο ν τος πάρουν μυρωδιά. Εχε προστάξει τος Σουλιτες ν μ ντουφεκίσουν, μόνο ν προχωρνε μ γυμν τ σπαθι μιλώντας φωναχτ ρβανίτικα, βρίζοντας, τάχα, τος ρχηγούς τους. Τ κόλπο πέτυχε. Ξύπναγαν ο χτρο π τόσο ταβατούρι κι ναρωτιόνταν τί τρεχε. Ο πιότεροι π’ ατος θάρρεψαν, πς ταν κάποιο μπουλούκι πο εχε παράπονα γι μιστος κα σήκωσε κεφάλι. Κα μία κα δν ντουφέκαγαν, παρ μονάχα φώναζαν, κανες δν τος βάρεσε.

– Χατς, ρέ, χατς, δν εναι Γκιαούρηδες! Λέγανε ο ρβανιτάδες.

Μ ο λληνες εχανε πι σιμώσει στ τσαντίρια τν πασάδων. Τότες Μάρκος προστάζει τν τρουμπετιέρη ν βαρέσει γιουρούσι.

– Δν εναι, ρ χατς, φωνάζει, μ εναι Μάρκο Μπότσαρης κα θ σς σφάξει λους!

κονε ο χτρο ν βαράει τρουμπέτα μας μέσα στν καρδι το ρδιο τους πίθεση καθορίστηκε ν γίνει τ μεσάνυχτα τς 8ης πρς τν 9η Αγούστου… κα σύγκαιρα ν πέφτει πρώτη μπαταρι κα σαστίζουν:

ρδε Μάρκο Μπότσαρη!.. (ρχεται Μάρκος Μπότσαρης).

λλοι καθς τρέχανε ν γλυτώσουν πέφτανε πάνω στος δικούς μας κα χάνονταν κι λλοι δειάζανε τ ντουφέκια τους κα τς πιστόλες τους σ’ ποιον κι ν συναπαντοσαν διαφορώντας ν εναι φίλος χτρός.

Ο δικοί μας ναποδογύριζαν τ τσαντίρια σπέρνοντας τν τρόμο κα τ θάνατο στος γουροξυπνημένους τουρκαλάδες. Λαβώνεται Μάρκος Μπότσαρης στ βουβώνα, μ δ λέει τίποτα μν τυχν κα κιοτήσουν. Ξεχωρίζει μπροστά του μι μεγάλη σκηνή, χύνεται σ’ ατ κα βρίσκεται πρόσωπο μ πρόσωπο μ τν γνώριμό του π τν καιρ το λήπασα γο Βασιάρη. Τν παραδίνει στ παληκάρια του ν τν φυλνε.

Γυρεύει τ τσαντίρι το Σκόρδα, μ κενος πρόλαβε ν’ ποτραβηχτε μ μία σημαντικ δύναμη κα ν ταμπουρωθε πίσω πόναν φράχτη.

Μάρκος ρμάει κατ κε ν τος ξεμπροστιάσει. Σν φτασε, πρτος νάμεσα στος πρώτους, νασηκώνει τ κεφάλι του ν δε πόσοι χτρο ταν πίσω π’ ατόν. νας ράπης τζοανταραος το Τσελελεντιμπέη, πο λαχε ν βρίσκεται σ κενο τ μέρος, τν εδε κα το δειάζει π σιμ κατακέφαλα τ μπιστόλα του. Τ βόλι μπκε π τ δεξί του μάτι κα σφηνώθηκε στ καύκαλό του.

– Βαρέθηκα, δέρφια…. Πρόλαβε μονάχα ν πε κα σωριάστηκε κάτω.

Τρέξανε, τν τύλιξαν σ μία κάπα κι ξάδερφός του Τούσιας Μπότσαρης τν πρε στν μο. Μ σ λίγο, καθς ποτραβιόταν, ξεψύχησε. Τότες ο σύντροφοί του σφάξαν τν γο Βασιάρη ν κδικηθον τν θάνατό του.

Πάει Μπότσαρης, χάθηκαν ξήντα Σουλιτες κι λλοι σαράντα λαβώθηκαν, μ κι ο χτρο πλερώσανε κριβά. Πάνω π χίλιοι πεντακόσιοι σκοτώθηκαν κα πληγώθηκαν. Πήρανε ο δικοί μας σαμε τρες χιλιάδες ντουφέκια κα μπιστόλες κι ς διακόσια λογα.

ποφάσισαν ν θάψουνε τν ρωα στ Μεσολόγγι. Περνώντας π τ μοναστήρι το Προυσο στάθηκαν ν ξαποστάσουν κι κούμπησαν τ κουφάρι του στν κκλησιά.

Καραϊσκάκης, πο βρισκόταν βαρει ρρωστος στ κρεββάτι του, σηκώθηκε π τ στρμα, σύρθηκε ς τν κκλησιά, σίμωσε τν νεκρό, νασήκωσε τν κάπα, κύταξε γι λίγο τν Μπότσαρη, γονάτισε, σταυροκοπήθηκε, δάκρυσε κα τόνε φίλησε στ κούτελο λέγοντας:

μποτες, Μάρκο κι γ π τέτοιονε θάνατο ν πάω…

Πηγή Δημήτρη Φωτιάδη  π τ βιβλίο νθυμήματα, κδ. Κέδρος.